Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

Η αρχαία Φοινίκη


Παρακάτω σας παραθέτουμε δύο σπάνια κείμενα του Νικ. Γ. Μυστακίδη, τα οποία αναφέρονται στην αρχαία Ηπειρωτική πόλη της Φοινίκης, καθώς και σε κάποιους θρύλους, όπως αυτός της “Μονοβύζας” τον οποίο μέχρι τις μέρες ακούμε από την τοπική λαϊκή παράδοση.
Ο συγκεκριμένος ιστοριογράφος έχει αναλύσει και το γνωστό σε πολλούς «Χρονικόν της Δρυοπίδος ή Δρυϊνούπολης». Το κείμενο είναι γραμμένο στη γλώσσα της εποχής του, ωστόσο είναι αρκετά κατανοητό. Αξίζει να μάθουμε την ιστορία της πανάρχαιας Ηπείρου και όλων των πόλεών της, οι οποίες άκμασαν για πολλούς αιώνες.
Ἡ πόλις Φοινίκη, ἔκειτο κατὰ τὸ τμῆμα τοῦ Δελβίνου, ἐν τῷ μέσῳ τῆς πεδιάδος, ἐπί τινος γραφικωτάτου καὶ μαγευτικωτάτου λόφου, ἔνθα τὰ λαμπρὰ ἐρείπια σκεπάζουν τανῦν τὸ ἔδαφός της, ἐξ ὧν δύναταί τις νὰ πληροφορηθῇ τὴν ἰσχὺν καὶ τὴν εὐημερίαν, εἰς ἣν προήχθη ἡ θαυμαστὴ αὕτη τῆς Ἠπείρου Φοινικόπολις, ἧς ἡ ὡραιότης παρεκίνει πολλοὺς νὰ ἐπισκέπτωνται αὐτήν, διότι ἡ περιφέρεια αὐτῆς καθ’ ὅλα εἶνε ἐξαίρετος σχεδόν, ἐμποιεῖ ἐντύπωσιν τῷ προσεκτικῷ παρατηρητῇ.Ἡ πόλις αὕτη ἐπὶ τῆς ἀρχαιότητος καὶ ἰδίᾳ ἐπὶ τῆς δημοκρατίας, ἦν ἕδρα τῶν ἡγεμόνων τῆς Μολοσσίας, καὶ εἶχε πληθυσμὸν μέγαν καὶ πλούτη ὑπέρογκα ἀναλόγως τῶν τότε χρόνων καὶ ἑπομένως εὐημεροῦσα καὶ ἀκμάζουσα.

 Ἡ περίφημος διὰ τὴν τοποθεσίαν, διὰ τὸ ὑγιεινὸν αὐτῆς κλίμα, τὴν ἁγιότητα τῶν ἠθῶν, τὴν ρωμαλεότητα τῶν κατοίκων, οἵτινες πολλάκις ἀνεδεικνύοντο ὡς ἀθληταὶ νικηταὶ ἐν τοῖς ἀγῶσι, καὶ τοὺς σοφοὺς αὐτῆς θεσμούς, οὓς ὤφειλε κυρίως εἰς τοὺς ἡγεμόνας τῶν Μολοσσῶν. Ἡ πόλις Φοινίκη ἦν ἐκ τῶν ἐπισημοτέρων τῆς Ἠπείρου πόλεων, ἔκειτο μεταξὺ τῶν ποταμῶν Μπηστρίνζης καὶ Καλαισιώτου· οἱ κάτοικοι αὐτῆς διεκρίνοντο ὡς λαὸς εὐγενής, φιλόκαλος, φιλόθρησκος, εὐπροσήγορος, ζωηρός, κτλ. 
Περὶ τοῦ ὀνόματος τῆς πόλεως Φοινίκης ὑπάρχουσι διάφοροι γνῶμαι. Παράδοσίς τις ὑπάρχει, σωζομένη μέχρι σήμερον, ὅτι ἡ Φοινίκη ὠνομάσθη ἔκ τινος κόρης ἐλθούσης ἐκ τῆς Ἀνατολῆς, καὶ ἥτις ἐλέγετο Φοινίκη. Αὕτη ἐγκατασταθεῖσα τὸ πρῶτον αὐτόθι, παρέσυρεν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον πολλοὺς κατοίκους, ἰδίᾳ γυναῖκας, αἵτινες μετέβαινον χάριν τῆς κόρης, ἥτις ἦτο πολὺ εὔμορφος. Ἐκ τῆς κόρης ταύτης ὠνομάσθη ἡ πόλις Φοινίκη καὶ Φοινικόπολις, ὡς καὶ ἅπασα ἡ ἐπαρχία τὸ αὐτὸ ἔλαβεν ὄνομα, ὅπερ διετηρήθη μέχρι τοῦ Δέλβου, ὅστις ἐξουσίασε τὴν ἐπαρχίαν καὶ ἔκτισε φρούριον, ὅπερ ὠνομάσθη «Δέλβινον», οὗτινος τὰ ἐρείπια σώζονται ἐγγὺς τῆς παλαιᾶς τοῦ Δελβίνου ἀγορᾶς.
 Ἐν τῇ πόλει τῆς Φοινίκης ὑπῆρχεν ἐμπόριον, πολλὰ ἐμπορικὰ καταστήματα κτλ. καὶ τὸ ἐμπόριον ἦν ἐπικερδέστατον διὰ τοὺς Ἠπειρώτας, διότι ἡ πόλις αὕτη εἶχε συνεννόησιν μετὰ διαφόρων ἀγορῶν τῆς Ἀνατολῆς καὶ ἄλλων μερῶν. Εἰς δὲ τοὺς πρόποδας τῆς πόλεως ἦσαν καὶ καμαροειδεῖς ἀποθῆκαι τῶν διαφόρων γεννημάτων, αἵτινες ἦσαν ἐκτισμέναι ὀχυρῶς κατὰ παντὸς κινδύνου πρὸς διαφύλαξιν οὐ μόνον γεννημάτων ἀλλὰ καὶ πολυτίμων αὐτῶν πραγμάτων καὶ κατὰ τοὺς καιροὺς τῆς πολιορκίας ἔβαλον πῦρ καὶ ἐνεπρήσθησαν. Λείψανά τινα σώζονται εἰσέτι, ὡς καί τινα αὐτῶν ὀνόματα, οἷον «ἀποθήκη Λαυράντου», «ἀποθήκη Γραμματικάτων», «ἀποθήκη Ἀδριανοῦ» κτλ., ὡς κτισθεῖσαι ἐκ τῶν Λαυράντου, Γραμματικοῦ, Ἀδριανοῦ κτλ., πέριξ δὲ αὐτῶν βασιλεύς τις, κατὰ τὴν ἐγχώριον παράδοσιν, ᾠκοδόμησεν αὐλὴν πρὸς περίπατον τῶν πολιτῶν ἢ τῶν ξένων, ἧς τὸ ἔδαφος ἦν μαρμαρόστρωτον, κοσμούμενον ὑπὸ διαφόρων πολυτίμων λίθων, οὓς ἠγόρασεν εἷς δοὺξ εὐρωπαῖος· ὁ δὲ γλύπτης κατά τινα ἠμφισβητημένην παράδοσιν, ἦν ἀπὸ τὰ νησιά. 
Σώζονται πολλὰ ἐρείπια ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ λόφου καὶ ὕπερθεν αὐτοῦ ὡς καὶ ἀπέναντι ὑψοῦται βράχος τις, ὅστις φέρει ἴχνη ἐμπεπηγμένου κρίκου, ὅστις ἐχρησίμευεν πρὸς στερέωσιν ὑδραγωγείου τινὸς κτλ., δι’ οὗ κατά τινα ἐγχώριον παράδοσιν ἤρχετο ἐν τῇ πόλει τὸ γάλα. Αὐτόθι εὑρέθησαν τάφοι θολωτοὶ καὶ νομίσματα διαφόρων ἐποχῶν, ὡς καὶ διάφοροι ἐπιγραφαὶ δυσανάγνωστοι ἐπὶ λίθων καὶ ἀγάλματα ἐκ μαρμάρου καὶ ἄλλων λίθων ἢ πλακῶν λευκῶν. Τοιαύτη δὲ ἐγκεχαραγμένη ἐπιγραφὴ ἐπὶ πλακός τινος ἐκ τῶν ἐρειπίων Φοινίκης μετενηνεγμένη καὶ ἐντετοιχισμένη παρά τινων ἐκεῖσε θεμελίων ὑπάρχει καὶ ἄλλη.
Παρεκτὸς ταύτης καὶ ἄλλα γράμματα διαφόρων ἐπιγραφῶν ἐξηλλοιωμένα ἀναφαίνονται ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, τὰ ὁποῖα παρέλειψα νὰ ἀντιγράψω, ὡς οὐδένα νοῦν
παρέχοντα, καὶ ἄλλα τινὰ ἀρχαῖα μνημεῖα ἄξια περιεργείας διασώζονται ἐν αὐτῇ, ὡς καὶ πρό τινος καιροῦ φίλος τις μοὶ ἐνεχείρισε τὴν ἑξῆς ἐπιγραφὴν, εὑρὼν ταύτην πέραν τῆς πεδιάδος «Βρωμεροῦ».
 ΑΝΘΙΜΟΣ ΧΑΙΡΕ
Ἡ ἐν κεράμῳ αὕτη ἐγγραφή, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἶνε ἐπιτάφιος τῆς Ε΄ ἑκατονταετηρίδος, μετηνέχθη δ’ ἐκ τῶν ἐρεπίων τῆς Φοινίκης κτλ. Τίς οἶδεν, ἐπίσκοπός τις ἐπικαλούμενος οὕτω κτλ., διότι τῷ χρόνῳ ἐκείνῳ ἡ πόλις Φοινίκης ἦν ἕδρα ἐπισκόπου· μάλιστα εἷς ἐπίσκοπος αὐτῆς διέπρεψεν εἴς τινα Οἰκουμενικὴν Σύνοδον. Τὴν πόλιν ταύτην, ἥτις ἦν ὡραία καὶ θαυμαστή, κατέστρεψεν ἡ Μονοβύζα, ἥτις εἶχεν ἕνα ὑπερμεγέθη μαστόν, δι’ οὗ ἐδηλητηρίαζεν ἀνθρώπους καὶ κτήνη.
 Ὡς λέγεται, ἡ Μονοβύζα ἦτο ἀρραβωνιασμένη εἰς τὸν βασιλόπαιδα τῆς Φοινίκης καὶ ἦτο ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὴν Φραγκιάν, καὶ ὅταν ἐπλησίαζεν ὁ καιρὸς νὰ τὴν πάρῃ, τὸ βασιλόπαιδον εἶχε βγῆ εἰς τὰ ἔξω μέρη (προάστεια) τῆς Φοινίκης καὶ ἔπαιζε μὲ ἄλλα ἀρχοντόπαιδα, καὶ ἐκεῖ ὅπου ἔπαιζεν, ἐπλησίαζεν εἰς μίαν αὐλὴν νὰ πάρῃ τὸ παιγνίδι, καὶ ἐκεῖ ἤκουσεν, ἀπὸ τοὺς βαενάδες, ὅπου ἐδούλεον, ψιθυριστὰ νὰ λέγουν «τὸ βασιλόπαιδον εἶνε καλόν, ἀλλ’ ἡ κόρη τὴν ὁποίαν θὰ πάρῃ γυναῖκα εἶνε μονοβύζα (μὲ ἕνα μαστόν)», καὶ τὸ βασιλόπαιδον ἐψυχράνθη καὶ τὸ ἑσπέρας τὸ ὡμολόγησεν εἰς τοὺς γονεῖς του, καὶ ἔβαλον καὶ αὐτοὶ μεγάλας ὑποψίας καὶ ἀπεφάσισαν ἐπὶ τέλους καὶ ἔστειλον ἐπίτηδες ἀνθρώπους καὶ εἶδον, ὅτι ἦτο ἀλήθεια μονοβύζα, καὶ ἐδήλωσαν ἔμπροσθεν πολλῶν ἄλλων τὴν ἄρνησιν τοῦ βασιλόπαιδος, πετάξαντες κατὰ τὸ σύνηθες καὶ τὸ δακτυλίδι, ἐπέστρεψαν εἰς τὴν Φοινίκην. 
Δὲν ἀπέρασε πολὺς καιρὸς ἡ Μονοβύζα (ἀρραβωνιαστικὴ τοῦ βασιλόπαιδου) ἐβγῆκε μὲ πολὺν στρατὸν εἰς τοὺς ἁγίους Σαράντα, καὶ πρῶτα κατέστρεψε τὴν ξακουσμένην Φοινίκην ἢ Φοινικόπολιν, καὶ τὴν ὥραν ὅπου ἔβγαινεν εἰς «Γκίναιναν» (θέσις τις οὕτω καλουμένη), τὸ βασιλόπαιδον εὑρίσκετο εἰς τὸ κυνῆγι μὲ ἄλλα ἀρχοντόπαιδα, καὶ μόλις πῆραν εἴδησιν, ἔστειλον καὶ ἐπῆραν τὸ βασιλόπαιδον καὶ τὸ ἔφεραν εἰς τὸ βασιλικὸν παλάτιον, διὸ σώζεται καὶ τὸ ἑξῆς δίστιχον:
Στὰ χέργια, χέργια τἄρπαξαν
Καὶ στοὺς γονεῖς τὸ πῆγαν. . .

Ἐν Δροβιάνῃ τῆς Ἠπείρου 16 Μαρτίου 1904
Νικ. Γ. Μυστακίδης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου