Τετάρτη 27 Αυγούστου 2014

Η δράση του Ηπειρωτικού Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως στην περιοχή της Δρόπολης

Γράφει ο ΚΩΝ/ΝΟΣ ΚΟΥΛΙΔΑΣ

* Ο ακάματος ερευνητής και φίλος, Αθανάσιος Δέμος, με τα δύο πολύ ενδιαφέροντα και διαφωτιστικά άρθρα του, που δημοσίευσε πρόσφατα στην εφημερίδα «Πρωϊνός Λόγος», μας ενημέρωσε για την πρωτοποριακή δράση του Ηπειρωτικού Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Κων/λεως στο σύνολο του Ηπειρωτικού χώρου. Η δράση του Η.Φ.Σ.Κ. επεκτάθηκε και στην ίδρυση Φιλεκπαιδευτικής Αδελφότητας (Φ.Α.) σε πολλά χωριά της επαρχίας Δρυϊνουπόλεως (Δρόπολης) του Νομού Αργυροκάστρου. 

Πρωτοστάτης στην ίδρυση της Αδελφότητας υπήρξε ο μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως (και Αργυροκάστρου) Λουκάς (ο Β’, Πετρίδης, 1899-1909). Με τις συχνές επισκέψεις του στην έδρα του Πατριαρχείου, στην Κωνσταντινούπολη, συγκέντρωνε τους εργαζομένους σ' αυτή και καταγόμενους από τα διάφορα χωριά της επαρχίας του. Αυτούς οργάνωνε σε Φιλ. Αδελφότητα του καθενός χωριού ξεχωριστά, με απώτερο σκοπό τη λειτουργία ελληνικού σχολείου στη γενέτειρά τους, όπου δε λειτουργούσε και την απρόσκοπτη λειτουργία του, εφόσον λειτουργούσε, με την παροχή της απαραίτητης υλικής κι όχι μόνο βοήθειας.

Ορισμένα από τα μέλη της Φιλ/κής Αδελφότητας. ήταν εγγεγραμμένα μέλη στον Η.Φ.Σ.Κ.. Αρκετά από τα μέλη τους ήταν ήδη προβεβλημένα από την προσωπικότητάς τους και τη συνολική οικονομική τους επιφάνεια. Τα μέλη αυτά συγκέντρωσαν και τους υπόλοιπους εργαζόμενους του χωριού τους στην Κων/πολη και συσκέπτονταν για τον τρόπο βοήθειας στη γενέτειρά τους. Πρώτος σύμβουλος και βοηθός τους ο μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως Λουκάς.
Από το 1900 περίπου άρχισε η υλοποίηση των ενεργειών τους για την ίδρυση της Φιλ/κής Αδελφότητας σε καθένα από τα χωριά της επαρχίας της μητροπόλεως Δρυϊνουπόλεως. Μία τέτοια Αδελφότητα ήταν και η «Φιλεκπαιδευτική Αδελφότητα των εν Κωνσταντινουπόλει Σωτηριωτών», με την οποία και θα ασχοληθώ εν συντομία.

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2014

Η Δρόβιανη και η επίσκεψη του Πατροκοσμά

Γράφει ο ΝΙΚΟΣ Θ. ΥΦΑΝΤΗΣ

* Η Ηπειρωτική κωμόπολη Δρόβιανη, απέχουσα ελάχιστα χιλιόμετρα από τα υποθετικά  ελληνοαλβανικά σύνορα, πολύ κοντά στο ξακουστό μοναστήρι του Δρυάνου, που βρίσκεται πάνω από το χωριό Ζερβάτες της Δερόπολης, κατά τα χρόνια πριν από την εθνική αποκατάσταση του 1913, με το πλήθος των διανοουμένων της, εξέπεμπε πνευματικό φως, που διαχέονταν σε ολόκληρο τον ηπειρωτικό και ελλαδικό χώρο. Η κωμόπολη γειτονεύει με τις δύο Λεσινίτσες (Πάνω και Κάτω), με τις οποίες διατηρούσε και συνεχίζει να διατηρεί συγγενικούς και πνευματικούς δεσμούς, με το χωριό Κρα και Μουζίνα (τη συναντάμε στο δρόμο προς τους Αγίους Σαράντα, μετά τους Γεωργουτσάτες).

Είναι απλωμένη σε μία δασωμένη κοιλάδα περιστοιχισμένη από απότομα και δύσβατα βουνά, από τις κορυφές των οποίων η θέα προς τους Αγίους Σαράντα, το Ιόνιο και τους Κορφούς είναι μοναδική. Από τους χειμάρους που χαράζονται από τα βρόχινα νερά σχηματίζεται το ποτάμι «Αρμυροπόταμος» που ρίχνει τα νερά του στη Μούστρισσα, ποτάμι που έχει τις πηγές του κάτω από το  χωριό Μουζίνα και αρδεύει τον κάμπο του Βούρκου, πριν εκβάλλει στο Ιόνιο.

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας εκκλησιαστικά υπαγόταν στη Μητρόπολη Αργυροκάστρου και πολιτικά στο Δέλβινο. Κατά τον Δροβιανίτη Νικόλαο Γ. Μυστακίδη (Φωνή της Ηπείρου, 19.10-1895, φ. 159) η Δρόβιανη στα χρόνια της σκλαβιάς είχε σχεδόν 300 σπίτια (οικογένειες και χωριζόταν σε Πάνω και Κάτω Δρόβιανη, όπως είναι και σήμερα. Οι δύο αυτοί συνοικισμοί χωριζόταν από λόφο, τον «Άγιο Δημήτριο», πάνω στον οποίον υπήρχαν κοινά εκπαιδευτικά ιδρύματα Αρρένων και Θηλέων, όπως το Ζάππειο Παρθεναγωγείο (χτίστηκε το 1881 και το κτήριο της κεντρικής Αστικής Σχολής (άρχισε να λειτουργεί το 1894). Στα δύο τμήματα επίσης λειτουργούσε από ένα Αλληλοδιδακτικό και από ένα Ελληνικό σχολείο.
Πλην των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, στα οποία δίδαξαν αξιόλογοι δάσκαλοι, υπήρχαν εμπορικά καταστήματα, παντοπωλεία, υποδηματοποιία, χαλκοποιϊα, γανωμάτηδες, πεταλωτήδες, σφαγεία, ράφτες, κεντίστριες, βυρσοδεψεία και άλλα. Οι έμποροι έφερναν τα εμπορεύματά τους από τις αγορές των Ιωαννίνων, Αργυροκάστρου και Δελβίνου και αρκετά απευθείας από την Ευρώπη.

Παρασκευή 11 Ιουλίου 2014

Η αντίδραση του Μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως Σεβαστιανού στην άρση του εμπολέμου με την Αλβανία το 1987

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΡΥΪΝΟΥΠΟΛΕΩΣ, ΠΩΓΩΝΙΑΝΗΣ ΚΑΙ ΚΟΝΙΤΣΗΣ

ΔΗΛΩΣΕΙΣ

Δια την μονομερή άρσιν του εμπολέμου μετά της Αλβανίας
(28-8-1987)

Από την ακριτικήν Ιερά Μητρόπολιν Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης, όπου μόλις προ τεσσάρων ημερών έληξε το μεγαλειώδες Α΄ Πανελλήνιον Επιστημονικόν Συνέδριον «ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ – ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ» καταγγέλομεν ευθαρσώς και εντόνως την πράξην της Κυβερνήσεως, δια το συντελεσθέν έγκλημα εθνικής μειοδοσίας, το οποίον συνιστά η μονομερής άρσις της εμπολέμου καταστάσεως μετά της Αλβανίας, χωρίς να προηγηθή η διασφάλισις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Βορειοηπειρωτών.

Η Κυβέρνησις, με την αντεθνικήν  και αντισυνταγματικήν, μονομερή άρση του εμπολέμου, καθίσταται υπόλογος ενώπιον του Θεού, του Έθνους και της Ιστορίας. Οι Έλληνες της Βορείου Ηπείρου εγκαταλείπονται εις την διάθεσιν των Αλβανών, οι οποίοι ανενόχλητοι, θα συνεχίσουν πλέον το εγκληματικόν τους έργον του πλήρους αποχριστιανισμού και αφελληνισμού των αδελφών μας Βορειοηπειρωτών. Διο και καλούμεν τα πολιτικά κόμματα όπως ζητήσουν την έκτακτον σύγκλησιν της Βουλής, προκειμένου να θέσουν την κυβέρνησιν προ των ιστορικών ευθυνών της.

Το εμπόλεμον ήταν ένα διαπραγματευτικό «ατού» εις τα χέρια της Ελλάδος δια να ζητήση από τους Αλβανούς τον σεβασμόν της θρησκείας, της Ελληνικής γλώσσης, της Ελληνικής παιδείας, ως και την αποφυλάκισιν και απελευθέρωσιν των χιλιάδων φυλακισμένων και εξορίστων. Με την άρσιν τώρα του εμπολέμου, απεκαλύφθη εις τα πράγματα ότι η πολιτική της Κυβερνήσεως είναι σαφώς φιλοαλβανική και καθόλου φιλοβορειοηπειρωτική. Διότι η Αλβανία θα ομιλεί πλέον από θέση ισχύος, ενώ εμείς θα την εκλιπαρούμεν δια να δώσει «ψιχία» δικαιωμάτων εις τους Βορειοηπειρώτας  - όχι βεβαίως εκείνα τα οποία είναι υποχρεωμένη να δώση από το Πρωτόκολλον της Κέρκυρας και τους Διεθνείς Οργανισμούς, αλλ’ όσα το θηρίον αυτό της Αποκαλύψεως, δια λόγους προσχημάτων και μόνον και «δια τα μάτια του κόσμου», θα λέγει ότι προσφέρει. Εις την ουσίαν θα συνεχίση ανεξέλεγκτα την εξόντωσιν του Ελληνισμού της Βορείου Ηπείρου, αφού δεν εδίστασε να εξοντώση και αυτόν τον πρωθυπουργόν Σέχου και πολλούς άλλους υπουργούς.

28 Αυγούστου 1987: Ο Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών Κάρολος Παπούλιας προχωρά σε άρση της εμπολέμου κατάστασης με την Αλβανία

Η Αλβανία, την περίοδο της κήρυξης του πολέμου εκ μέρους της Ιταλίας εναντίον της Ελλάδας, αποτελούσε τμήμα του Ιταλικού Βασιλείου. Μάλιστα, στην περιοχή του Καλαμά επιχείρησαν επίθεση 5 αλβανικά τάγματα εναντίον της Ελληνικής Επικράτειας. 
Η  Ελλάδα τέθηκε σε εμπόλεμη κατάσταση έναντι της Αλβανίας (Β.Δ.  10 Νοεμβρίου 1940),  η οποία όρισε ως εχθρικά κράτη την Ιταλία μετά των κτήσεων, αυτοκρατορικών εδαφών και αποικιών αυτής, καθώς και την Αλβανία. Αυτή η άρση της εμπολέμου πραγματοποιήθηκε χωρίς  προηγουμένως να έχει προηγηθεί καμία διαπραγμάτευση για την διασφάλιση δικαιωμάτων των σκλαβωμένων Ελλήνων της Βορείου Ηπείρου.

 Έτσι, στις 28 Αυγούστου 1987, το Υπουργικό Συμβούλιο της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ αποφάσισε ομόφωνα την άρση της εμπόλεμης κατάστασης με την Αλβανία, όπως εισηγήθηκε ο τότε Υπουργός Εξωτερικών (και νυν Πρόεδρος της Δημοκρατίας) Κάρολος Παπούλιας, ο οποίος εξέδωσε την ακόλουθη ανακοίνωση: «Η Κυβέρνηση αποφαίνεται και δηλώνει ότι ο χαρακτήρας της Αλβανίας σαν εχθρικού κράτους έχει πάψει να υφίσταται. Η Ελληνική Κυβέρνηση είναι πεπεισμένη ότι η δήλωσή της αυτή αποτελεί την αφετηρία για την ρύθμιση των ζητημάτων που είναι ακόμη εκκρεμή ανάμεσα στις δύο χώρες. Ήδη, οι αρμόδιες Ελληνικές υπηρεσίες μελετούν προσεκτικά τον προσφορότερο τρόπο για την νομική ρύθμιση των εκκρεμοτήτων αυτών. Ο τερματισμός της προηγούμενης κατάστασης θα συμβάλλει στην περαιτέρω σύσφιξη των σχέσεων των δύο φίλων χωρών και την διεύρυνση της μεταξύ τους συνεργασίας. Ειδικότερα θα είναι προς όφελος της Ελληνικής μειονότητας, για την οποία το ενδιαφέρον της Ελληνικής Κυβέρνησης ήταν και θα παραμείνει αμέριστο και η οποία, καλλιεργώντας τις παραδόσεις και την εθνική της ταυτότητα, θα αποτελεί μια σταθερή γέφυρα φιλίας ανάμεσα στους Έλληνες και τον Αλβανικό λαό».

Τρίτη 8 Ιουλίου 2014

Παιδεία και Ελληνοδάσκαλοι του Βορειοηπειρωτικού χώρου

Γράφει ο ΝΙΚΟΣ Θ. ΥΦΑΝΤΗΣ

* Οι ελληνοδάσκαλοι, σε χρόνια δύσκολα και επικίνδυνα, μετέδωσαν στους μαθητές τους την ελληνική γλώσσα και τον ελληνικό πολιτισμό και αναδείχτηκαν σε σωτήρες του ελληνικού στοιχείου στις Βορειοηπειρωτικές και όχι μόνο περιοχές, διαγράφοντας με τη στάση τους και το θάρρος τους την πορεία που πάντοτε ακολουθούν οι Έλληνες στις ιστορικές περιπέτειες.

Στο διάβα των αιώνων, με τις πρωτοβουλίες, τη στάση και τα ελληνικά τους φρονήματα, κράτησαν ζωντανή την ελληνική γλώσσα και την ορθόδοξη πίστη, σε καιρούς χαλεπούς, που «τ'άσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά...». Αναφέρομαι σε τρεις βασικούς άξονες, σε τρεις πυλώνες, σε τρεις σταθμούς, που σφράγισαν την ελληνική παιδεία και τα ελληνικά γράμματα στις περιοχές μας.

Οι βασικοί αυτοί σταθμοί ξεκινούν από τα χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας, σε μια μακρόχρονη περίοδο, από την κατάκτηση της Ηπείρου (1430) μέχρι την αναγέννηση των ελληνικών γραμμάτων, τον 17ο και 18ο αιώνα, ως την απελευθέρωση (1913). Ο δεύτερος σταθμός είναι πριν και μετά την ίδρυση του αλβανικού κράτους, ως τη δεκαετία του 1940 και ο τελευταίος στην κομμουνιστική δικτατορία υπό τον Ενβέρ Χότζα (1945-1990).

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2014

Ευαγγέλης Ζάππας: Ο μεγάλος Εθνικός Ευεργέτης της Ελλάδας από το Λάμποβο Αργυροκάστρου

Ο Ευάγγελος (ή Ευαγγέλης) Ζάππας γεννήθηκε στο χωριό Λάμποβο (του Ζάππα) στη Βόρειο Ήπειρο το 1800. Ήταν ο νεότερος γιος του Βασίλη Ζάππα, έμπορος από τους σημαντικούς της περιοχής και της Σωτηρίας, το γένος Μέξη. 
Το χωριό ανήκε στην επαρχία Τεπελενίου, πατρίδα του Αλή Πασά. 

Ο Ευαγγέλης, σε ηλικία 13 ετών, στρατολογήθηκε απ’ τον Αλή Πασά και στάλθηκε φρουρός σε ένα φρούριο κοντά στα Γιάννενα. Με τη συμμαχία των Σουλιωτών με τον Αλή, ο Ζάππας βρέθηκε στο στρατόπεδο του Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα των Ελλήνων το 1821 και τέθηκε υπό τις διαταγές του Μάρκου Μπότσαρη. Έγινε, μάλιστα, υπασπιστής και τον ακολούθησε. Μετά το θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη, ο πολέμησε με τον Κωνσταντίνο Μπότσαρη, αδερφό του ήρωα, και στη συνέχεια με τον στρατηγό Νικόλαο Ζέρβα, τον Λάμπρο Βέικο, τον Γκούρα, και συναγωνιστές τον Μακρυγιάννη, τον Νοταρά και τον Πανουργιά. Το 1824, έγινε ταξίαρχος και διοίκησε τα Βλαχοχώρια των Σαλώνων. Σύμφωνα με άλλες πηγές, πολέμησε με τον Καραϊσκάκη, τον Κολοκοτρώνη και τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. 

Στο τέλος της Επανάστασης αρνείται την χρηματική αποζημίωση για τους αγωνιστές και μεταναστεύει στο Βουκουρέστι το 1831. 
Η περιοχή αυτή των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών είχε την περίοδο εκείνη μεγάλη ελληνική παράδοση, από την εποχή που η Υψηλή Πύλη διόριζε Φαναριώτες στις διοικητικές θέσεις. Ο Ζάππας εγκαταστάθηκε στη Βλαχία, όπου η κοινωνικοοικονομική δομή της περιοχής χαρακτηριζόταν από την ισχνότητα αστικών κέντρων και τα μεγάλα κτήματα και εντάχθηκε στην τοπική κοινωνία χρησιμοποιώντας ένα εκλεπτυσμένο σύστημα δημοσίων σχέσεων. Φρόντισε να εξοικειωθεί με τους άρχοντες και τους ηγούμενους των ελληνικών μοναστηριών οι οποίοι διαχειρίζονταν τα μοναστηριακά κτήματα, ακολουθώντας την τακτική και άλλων Ελλήνων, σύμφωνα με την οποία νοίκιασε και εκμεταλλεύτηκε μοναστηριακά κτήματα στην περιοχή της Γιαλόμιτζας, κοντά στο Βουκουρέστι. Σε τρεις περίπου δεκαετίες απέκτησε τεράστια περιουσία και αντίστοιχα εισοδήματα. Με τη μακροχρόνια απουσία του απ' την Ελλάδα και το ρίζωμα του στη βλαχική κοινωνία ο Ευαγέλλης απέκτησε τη θέληση να ευεργετήσει και την Ελλάδα και τη Βλαχία.

Σάββατο 17 Μαΐου 2014

17 Μαΐου 1914: Η υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Κερκύρας - Οι Μεγάλες Δυνάμεις και η Αλβανία αναγνωρίζουν την Αυτονομία της Βορείου Ηπείρου

Η Προσωρινή Κυβέρνηση της Αυτόνομης Πολιτείας της Βορείου Ηπείρου,
ενώ συνεδριάζει στο ξενοδοχείο "Ωραία Βενετία" της Κέρκυρας.
Στη μέση ο Πρόεδρος Γεώργιος Χρηστάκη Ζωγράφος. 


Η ανακωχή στον Αυτονομιακό Αγώνα 


Μετά την ανακήρυξη της Αυτονομίας στις 17 Φεβρουαρίου 1914 στο Αργυρόκαστρο, η προέλαση των Αυτονομιακών Δυνάμεων σε όλους τους τομείς της Βορείου Ηπείρου, κατά τους επόμενους δύο μήνες, υποχρέωσε τη Διεθνή Επιτροπή Ελέγχου να αντιληφθεί ότι μόνο η ενεργός επέμβαση θα προλάμβανε την κατάρρευση του νεοσύστατου αλβανικού κράτους και την καταστροφή της «νότιας Αλβανίας», όπως αποκαλούσαν τη Βόρειο Ήπειρο. 

 

Η βρετανική κυβέρνηση παράλληλα, που διατηρούσε την ισορροπία στις επιδιώξεις των Μεγάλων Δυνάμεων στην περιοχή, είχε πεισθεί από τις ψυχρές και αντικειμενικές εκθέσεις του πρεσβευτή της στην Αθήνα, ότι θα έπρεπε να γίνουν γρήγορα λογικές παραχωρήσεις στους Ηπειρώτες, ώστε να τερματισθεί η αντίσταση τους. 

 

Η ιταλική κυβέρνηση επίσης, παρά τις απειλές που άφηνε έντεχνα να φθάνουν προς την Αθήνα, δεν επιθυμούσε την επέμβαση διεθνούς στρατού στην περιοχή. Πολύ περισσότερο βέβαια δεν ήταν πρόθυμη να στείλει ιταλικά στρατεύματα σε συνεργασία με την Αυστρία, επειδή κυρίως θεωρούσε ότι οι αυστριακές δυνάμεις, όπως και στην περίπτωση της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης, θα αποχωρούσαν πολύ δύσκολα.  Για το λόγο αυτό παρακίνησε την αλβανική κυβέρνηση να προβεί στις απαραίτητες παραχωρήσεις με σκοπό την επίτευξη της ειρήνης στην περιοχή.