Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεσοπόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεσοπόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 2 Απριλίου 2015

Η Παιδεία στο Αλύκο την περίοδο 1913-1939

Η Παιδεία στο Αλύκο την περίοδο 1913-1939
Το 1913 συμβαίνουν κοσμο-ιστορικά γεγονότα. Ξεκίνησε ο Πρώτος Βαλκανικός Πόλεμος και ο Αυτονομιακός Αγώνας των Βορειοηπειρωτών. Πολλοί νέοι των χωριών, μεταξύ τους και οι διδάσκαλοι, κατετάγην εθελοντές στον Ελληνικό στρατό.

Αν και οι κάτοικοι προσπαθούσαν να επιβιώσουν στα ερείπια που άφησε ο χαλασμός του ’12, πρωτίστως ανακαίνισαν το δικό τους σχολείο, το οποίο λειτούργησε κανονικά  το σχολικό έτος 1913-14, όπως και το σχολικό έτος 1914-15. Το σχολικό έτος 1915-16, επιστρέφοντας από το μέτωπο, διορίζεται ξανά στο Αλύκο ο γνωστός μας δάσκαλος και διευθυντής Ευάγγελος Ιωαννίδης.

Με την Ιταλική κατοχή ξεκίνησε ένας νέος Γολγοθάς για τα ελληνικά σχολεία, κάτω από τις διπλές πιέσεις Ιταλών και Αλβανών, οι οποίοι προσπάθησαν, με κάθε μέσο,  την αλβανοποίηση και ιταλοποίηση των ελληνικών σχολείων.

Το σχολικό έτος 1917-18 ήρθαν από την Ιταλία 40 δάσκαλοι (Ιταλοί στρατιώτες) για να διδάξουν την Ιταλική γλώσσα. Αυτή η προσπάθειά τους  δεν πέρασε χάριν στην επαγρύπνηση και δυναμική αντίσταση των Βορειοηπειρωτών.

Πιο άγρια συνέχισαν οι διώξεις εκ μέρους των αλβανικών αρχών μετά το 1921, όπου η Αλβανία είχε αναγνωριστεί ως ανεξάρτητο κράτος από την Κ.τ.Ε. Το σχολικό έτος 1921-22 ο Υπουργός Παιδείας της Αλβανίας Sotir Peci, με τις οδηγίες που έστειλε στην Διεύθυνση Παιδείας Περιφέρειας Αργυροκάστρου (6 και 12 Οκτωβρίου 1921) κι απ’ όπου εξαρτιόνταν όλα τα ελληνικά σχολεία, διέταξε να ενωθούν πολλά σχολεία, αποσκοπώντας την μείωση του αριθμού  των ελληνικών σχολείων.

Έκλεισαν όλα τα ελληνικά σχολεία στα αλβανόφωνα χωριά και όλα τα ιδιωτικά σχολεία  στα ελληνικά χωριά, υποχρεώνοντας τους ελληνικής καταγωγής μαθητές να φοιτούν σε κρατικά σχολεία, όπου διδάσκονταν στην αλβανική γλώσσα και με αυστηρό αλβανικό πρόγραμμα. Επέτρεπαν την μάθηση της ελληνικής μητρικής γλώσσας ολίγες ώρες την εβδομάδα ως ξένη γλώσσα.

«Το σχολικό έτος 1921-22 γύρω στα 250 παιδιά από τα χωριά: Αλύκο, Τσαούσι, Γέρμα, Μεμούσμπεη (σημερινή Πλάκα) και Τσούκα, έμειναν χωρίς να πηγαίνουν στο σχολείο», ενημέρωνε το Υπουργείο Παιδείας στα Τίρανα η Ημιπεριφέρεια Δελβίνου.

Στις 18.12.1926, 25 ελληνικές οικογένειες της πόλης των Αγίων Σαράντα ζήτησαν από τις Αρχές ν’ ανοίξει ελληνικό σχολείο όπου θα μάθαιναν 80 μαθητές και η απάντηση ήταν αρνητική.

Οι Βορειοηπειρώτες δεν έπαψαν ποτέ να διαμαρτύρονται. Και με την εξάμηνη κυβέρνηση του Φαν Νόλι οι διώξεις συνεχίστηκαν με την ίδια ένταση και αγριότητα. Με την άνοδο στην βασιλεία της χώρας του Α. Ζώγκου, η κατάσταση της παιδείας στα ελληνικά σχολεία έγινε ακόμα πιο απελπιστική. Δεν διορίζονταν Ελληνοδιδάσκαλοι  χωρίς να γνωρίζουν να διδάσκουν την αλβανική γλώσσα. Άφησαν τα σχολεία χωρίς συντήρηση και εξοπλισμό.
Η Παιδεία στο Αλύκο την περίοδο 1913-1939Το σχολικό έτος 1932-33 ο διδάσκαλος από το Αλύκο Ευάγγελος Ζάχος (φώτο), στέλνοντας την στατιστική του αριθμού των μαθητών του σχολείου του Αλύκου  για τα σχολικά έτη 1931-32 και 1932-33, ζήτησε από τις Αρχές να εγκρίνουν κι έναν επιπλέον δάσκαλο (ιδιώτη) γιατί ο αριθμός των παιδιών από τα γύρω χωριά ήταν αρκετά μεγάλος. Μάταια, όμως, γιατί η αίτηση δεν .έγινε δεκτή.

Το σχολικό έτος 1933-34 (26.04.1933) οι αλβανικές αρχές, με την ευλογία και των Ιταλών συμμάχων, έκλεισαν όλα τα ελληνικά σχολεία σε όλη την αλβανική επικράτεια όπου ζει ο Βορειοηπειρωτικός Ελληνισμός.
Τα ελληνικά σχολεία μετατράπηκαν σε αλβανικά. Παύτηκαν, σχεδόν, όλοι οι Ελληνοδιδάσκαλοι και αντικαταστήθηκαν με Αλβανούς δασκάλους χωρίς καμία παιδεία και με έντονη ανθελληνική εθνική δράση, στοχεύοντας στην πλήρη αλβανοποίηση της παιδείας και την αλλοίωση της ελληνικής συνείδησης των Βορειοηπειρωτών. Τότε άρχισε ο απεργιακός αγώνας των Ελληνοδιδασκάλων και μαθητών.

Οι διαμαρτυρίες από τους διδασκάλους, ιερείς και όλους τους κατοίκους των ελληνικών κοινοτήτων, έγιναν έντονες και καλά οργανωμένες. Πρωτοστάτησαν στο Αλύκο οι: παπα- Ανδρέας, Σταύρος Χ. Κόκκαλης, Βαγγέλης Ζ. Παπάς, Βαγγέλης Κ. Ζάχος, Σταύρος Π. Ιωαννίδης, στη Φοινίκη ο Κωνσταντίνος Ν. Ιωάννου και στην πόλη του Δελβίνου ο Γρηγόρης Μάσσιος. Συγκεντρώθηκαν χιλιάδες υπογραφές και στάλθηκαν, διαμέσου του Ελληνικού Προξενείου των Αγίων Σαράντα και της Ελληνικής Κυβέρνησης, στην Κ. τ. Ε.  και στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.
Ο Αγώνας δικαιώθηκε (06.04.1935). Υποχρεώθηκε η Αλβανία να επιτρέψει την λειτουργία των ελληνικών σχολείων, αλλά μόνον στις συμπαγές ελληνικές περιοχές, αναγνωρισμένες από την αλβανική κυβέρνηση.

Την περίοδο των μεγάλων διώξεων  και καταπατήσεων των μειονοτικών δικαιωμάτων, πολλοί Ελληνοδιδάσκαλοι, ιερείς και πρόκριτοι, εξορίστηκαν και φυλακιστήκαν. Εξορίστηκε στο Ελμπασάν και ο πατριώτης δάσκαλος Γρηγόρης Μάσσιος, που υπηρετούσε  στην ελληνική συνοικία της Λάκκας του Δελβίνου.

Το σχολικό έτος 1936-37 στο σχολείο του Αλύκου φοιτούσαν 85 μαθητές με δύο δασκάλους.  Τους Ευάγγελο Δημ. Κρούσκο και Σπυρίδων Π. Μαραγκό.
Το σχολικό έτος 1937-1939 υπηρέτησαν οι δάσκαλοι: Ματθαίος Σπ. Καλυβάς, Ελευθέριος Α. Κέντρος και διευθυντής ο Κώστας Α. Κατσιάνης.
Οι Ελληνοδιδάσκαλοι, οι ιερείς, οι αναγνώστες και οι πρόκριτοι, ήταν αυτοί που στην πιο σκοτεινή περίοδο της Τουρκικής επικράτησης κι άλλων διωκτών, κράτησαν ζωντανή την πίστη στην Ορθοδοξία, την ελληνική παιδεία και την εθνική συνείδηση. Έλαμψε το άστρο του Ελληνοδιδάσκαλου Ευάγγελου Ιωαννίδη (παπα-Βαγγέλη) όπου με τους μαθητές του διδασκάλους, άφησαν εποχή.

Απ’ τις αρχές του 20ου αιώνα, όπου εντόπισα γραπτά στοιχεία και  ομολογίες από τους παππούδες μας, μαθαίνουμε ότι οι διδάσκαλοι, που τόσα πολλά προσέφεραν για την παιδεία, επιβίωναν φτωχικά. Πληρώνονταν σε είδος από τους γονείς των μαθητών, όπως: σιτάρι, καλαμπόκι, αυγά, μαλλί κ.α.  Μετά το 1913 η αμοιβή γινόταν βάση «συμβολαίων» με τους πάρεδρους των χωριών. Εκτός του κοινοτικού πενιχρού μισθού, βοηθούσε και το επίσημο Ελληνικό κράτος με βοηθητικό επίδομα.

Βασίλης Ιωάννου
Τέως έπαρχος Αλύκου

Φώτο πάνω: σχολικό έτος 1936

sfeva.gr

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2014

Ο διωγμός του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού υπό την βασιλεία του Αχμέτ Ζώγκου

Ο Αχμέτ Ζώγκου ήταν ο πρώτος «βασιλιάς» της Αλβανίας μετά από 500 χρόνια τουρκικό ζυγό. Στην ουσία δεν κατάγονταν από βασιλική οικογένεια, ούτε γαλαζοαίματος ήταν. Αυτοανακηρύχτηκε βασιλιάς. Πριν είχε εκτελέσει διάφορα καθήκοντα, υπουργού, πρωθυπουργού και στο τέλος βασιλιάς της χώρας. Κατά την περίοδο της διακυβέρνησής του και της βασιλείας του, ο Βορειοηπειρωτικός Ελληνισμός υπέστη πολλές διώξεις. Από διάφορα έγγραφα και ιστορικά βιβλία που κυκλοφόρησαν στην Αλβανία την τελευταία περίοδο, φαίνονται ξεκάθαρα οι ανθελληνικές του προθέσεις και η στρατηγική που ακολούθησε κατά των Ελλήνων.

Τη χρονική περίοδο 1930-1937, οι σχέσεις μεταξύ της Ελλάδος και της Αλβανίας γνώρισαν αρκετές κρίσεις και ανεβοκατεβάσματα. Τα προβλήματα που αντιμετώπισε και ο Β/Η ελληνισμός μέσα σ΄ αυτό το κλίμα ήταν πολλά και αρκετές φορές οι σχέσεις αυτές γνώρισαν ακραίες οξύνσεις, λόγω της καταπάτησης των εθνικών δικαιωμάτων και των διώξεων που ασκούσε εις βάρος του η κυβέρνηση του Αχμέτ Ζώγκου.
Ένα απ΄ τα σημαντικότερα προβλήματα ήταν το σχολικό ζήτημα, το κλείσιμο των ελληνικών σχολείων και η προσφυγή για το ζήτημα αυτό στο Δικαστήριο της Χάγης. Δεν ήταν μικρότερη η σύγκρουση και για τα θρησκευτικά δικαιώματα των Βορειοηπειρωτών. Οι πιέσεις που ασκούνταν στον πληθυσμό ήταν μεγάλες.

Στον ελληνικό τύπο της εποχής υπάρχουν αρκετές αναφορές για τα όσα συνέβαιναν στον τόπο μας. Αναφέρουμε εδώ άρθρο της εφημερίδας «Καθημερινή» 3 Οκτωβρίου 1934 με τίτλο: «Άγρια τρομοκρατία εις την Βόρειον ΄Ηπειρον». «...Νεωτέραι εξ Αλβανίας πληροφορίαι αναφέρουν ότι κατόπιν της ομαδικής απεργίας των Ελλήνων μαθητών και παύσεων των Ελλήνων καθηγητών μέγας αναβρασμός επικρατεί εις την Β. ΄Ηπειρον. Οι αρχαί του Αργυροκάστρου προέβησαν εις την σύλληψιν του Βορειοηπειρώτου Γραμματέως του Ελληνικού Προξενείου Αργυροκάστρου, τον οποίον απέστειλαν δέσμιον εις τα Τίρανα. Ο Νομάρχης Αργυροκάστρου αρνήθη να δεχθή τον ΄Ελληνα πρόξενον διαμαρτυρηθέντα δια την σύλληψιν του Γραμματέως. Σήμερον αφίχθησαν εκ Τιράνων εις Αργυρόκαστρον 300 καραβινιέροι μετά μουσικής, ήρχισαν δε τρομοκρατίαν αφάνταστον εις βάρος του ελληνικού στοιχείου. Η κατάστασις είναι άκρως κρίσιμος δια την ελληνικήν μειονότητα».

Κυριακή 31 Αυγούστου 2014

Τα σπουδαιότερα πανηγύρια της Δρόπολης πριν την απαγόρευση της θρησκείας - Αγία Τρίαδα Πέπελης και Παναγία Επισκοπής

Τα σπουδαιότερα πανηγύρια της Δρόπολης στα οποία έπαιρναν μέρος χιλιάδες προσκυνητές προτού καταργηθεί η θρησκεία από την Κομμουνιστική Κυβέρνηση της Αλβανίας, ήταν τα εξής:


1- Το πανηγύρι που γινόταν κατά την εορτή της Πεντηκοστής στο Μοναστήρι της Αγίας Τριάδας στην Πέπελη (φωτογραφία), το οποίο ήταν ξακουστό σ’ όλη την Ήπειρο για την φιλανθρωπική δράση του. Το μοναστήρι αυτό είχε τμήμα Γηροκομείου, Βρεφοκομείου, όπου συγκεντρώνανε τα εξώγαμα βρέφη. Φρενοκομείο, για κείνους που είχαν πάθει σοβαρές ψυχικές διαταραχές ή είχαν τρελαθεί.

2- Το πανηγύρι που γινόταν στην Επισκοπή κατά την εορτή της Παναγιάς στις 8 Σεπτεμβρίου στην Βυζαντινή εκκλησία της αρχαίας έδρας του Επίσκοπου της Δρόπολης, ο οποίος τότε έφερε τον τίτλο «Επίσκοπος Αδριανουπόλεως».


3- Το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής που γινόταν στις 26 Ιουλίου στο Τεριαχάτι, στην ανακαινισμένη από τους κατοίκους του παλιά εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, που είναι χτισμένη σε εξαίρετη τοποθεσία, στην καρδιά της Δρόπολης, απ’ όπου φαίνεται όλη η κοιλάδα του Δρίνου.


4- Το πανηγύρι που γινόταν κατά την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στις 15 Αυγούστου, στην Φράστανη, που κι΄ αυτό είναι χτισμένο σε ωραία τοποθεσία, επάνω σ’ ένα λόφο.


5- Το πανηγύρι της Παναγιάς που γινόταν κατά την εορτή της Παναγιάς, στις 15 Αυγούστου και της Αναλήψεως στο μοναστήρι των Ζωναριών ή του Κακιωμένου της Κατούνας.


Απ’ όλα τα πανηγύρια μόνο το πανηγύρι της Αγίας Τριάδας ήταν τριήμερο. Άρχιζε από το απόγευμα της παραμονής της Πεντηκοστής και διαρκούσε μέχρι το βράδυ της Δευτέρας, του Αγίου Πνεύματος. Συγκέντρωνε πολλούς προσκυνητές και για τη φήμη του Μοναστηριού και γιατί οι δυο αυτές γιορτές συμπίπτουν με το κορύφωμα της άνοιξης. Η θέση του μοναστηριού είναι προνομιούχα. Είναι χτισμένο απάνω στο ξάγναντο λόφου με απεριόριστη θέα και πολύ κοντά στα Έλληνο-Αλβανικά σύνορα. Και όταν οι σχέσεις των δυο χωρών Ελλάδας και Αλβανίας ήσαν καλές και φιλικές οι Αλβανοί φρουροί τα ων συνόρων επέτρεπαν στους κατοίκους των παραμεθόριων χωριών της Ελλάδος να περάσουν ελεύθερα τα σύνορα για να παν’ στο πανηγύρι. 

Παρασκευή 29 Αυγούστου 2014

Η ομιλία του Νικολάου Μπάκου από τη Δερβιτσάνη για το “Σχολικό Ζήτημα” στα Τίρανα


Ένας από τους σημαντικότερους σταθμούς της ντόπιας ιστορίας μας, αποτελεί αδιαμφισβήτητα  η αντίσταση των Δεροπολιτών και ειδικά των Δερβιτσιωτών στο γνωστό μέχρι των ημερών μας, “Σχολικό Ζήτημα”. Όλο αυτό το διάστημα προσπαθούμε να συλλέξουμε όσο το δυνατόν περισσότερα αρχεία για τις απεργιακές κινητοποιήσεις εκείνης της δύσκολης περιόδου.

Η καθολική “εξάπλωση” της απεργιακής διάθεσης μπορεί να προβληθεί αβίαστα με την ακόλουθη ομιλία του ζευγίτη (αγρότη) Νικολάου Μπάκου από τη Δερβιτσάνη. Μετά μεγάλης πυγμής και θάρρους δε δίστασε να σταθεί ως άλλος μάρτυρας μπροστά σε πολιτικούς και ηγέτες του τότε Αλβανικού Βασιλείου και να απευθύνει προς όλους αυτούς μια βαρύγδουπη ομιλία, η οποία όπως θα διαπιστώσετε ιδίοις όμμασι, πηγάζει από τα βάθη της πολυπαιδεμένης καρδιάς του. Τέτοιου είδους ομολογίες σπανίζουν επί των ημερών μας. Μια προσφώνηση η οποία είχε τη δυναμική ενός απλοϊκού και συνάμα έξυπνου προεστού, μιας και ο Νικόλαος Μπάκος συμμετείχε στην αποστολή των προεστών όλης της Β. Ηπείρου, για την επαναφορά των ελληνικών γραμμάτων στα σχολεία μας.
Ωστόσο ύστερα από αυτή του την κάθετη στάση, ο ίδιος όπως και άλλοι αγωνιστές, υπέστη τις τρομερές συνέπειες της αλβανικής ηγεμονίας. 
Σας παραθέτουμε αυτούσια την ομιλία του ενώπιον των αρχών της πρωτευούσης των Τιράνων:

Τρίτη 1 Απριλίου 2014

Ο δάσκαλος και ιερέας Ευάγγελος Στ. Ιωαννίδης από το Αλύκο


Να γνωρίσουμε τους επιφανείς πατριώτες μας: Ο δάσκαλος και ιερέας Ευάγγελος Στ. Ιωαννίδης από το Αλύκο
Γεννήθηκε το 1880 στο Αλύκο της Βορείου Ηπείρου και ήταν ο πρωτότοκος γιος του Σταύρου και της Μαρίας Ιωαννίδη. Από μικρός αγαπούσε τα γράμματα. Αποφοίτησε από το Δημοτικό σχολείο στο χωριό του με άριστα  και μεταβαίνει στα Ιωάννινα το 1895 και εγγράφεται στην Α΄ τάξη του Γυμνασίου.


Ο Ελληνο-τουρκικός πόλεμος του 1897-98 έφερε την πείνα και την εξαθλίωση και στην οικογένεια Ιωαννίδη. Ο γιος του, τώρα, δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τι οικονομικές του υποχρεώσεις. Ο πατέρας του, ύστερα από 40 ώρες πεζοπορίας, βρέθηκε στα Ιωάννινα. Έβγαλε το καπέλο του στην πόρτα της εκκλησίας και εκλιπαρούσε τους πιστούς να τον βοηθήσουν ώστε ο γιος του να αποπερατώσει τις σπουδές. 
Με τον τρόπο αυτόν ο γιος του πήρε το ενδεικτικό της Γ΄ τάξης Γυμνασίου, το 1898 («Ελλην, Παιδεία Β. Ηπείρου» του Ν, Υφαντή). Ως άνθρωπος με πολλά χαρίσματα του προτάθηκε να διοριστεί δάσκαλος στα Ιωάννινα. Ο Ευάγγελος, όμως, προτίμησε να επιστρέψει στη γενέτειρά του, γιατί οι προσδοκίες του ήταν να προσφέρει στο δικό του χώρο που τον λάτρευε και που στέναζε κάτω από τον Τουρκικό ζυγό.

Διορίζεται δάσκαλος της Κεντρικής Σχολής Αλύκου, όπου φοιτούσαν μαθητές από τα χωριά: Αλύκο, Τσαούσι, Τρέμουλη και Πάλη, με 35 μαθητές. Ο Ιωαννίδης μετέτρεψε το Δημοτικό σχολείο του Αλύκου σε Αστική Σχολή («Το Δέλβινο» του Β. Μπαρά), δίνοντας σημασία στην σωστή διαπαιδαγώγηση της παιδείας του έθνους και την προετοιμασία άξιων διδασκάλων για τις ανάγκες του τόπου. Πίστευε πως με την σωστή εκμάθηση της Ελληνικής γλώσσας και της ένδοξης  Ιστορίας του Έθνους, θα ξυπνούσε μέσα τους η ελληνική συνείδηση και θα διεκδικούσαν την πολυπόθητη ελευθερία. Έτσι ο αφοσιωμένος δάσκαλος και διευθυντής της Αστικής Σχολής του Αλύκου έδωσε τα πρώτα ενδεικτικά σε άριστους μαθητές όπως στον Ανδρέα Χ. Ιωαννίδη, τον Γρηγόριο Μάσσιο, τον  Ιωάννη Παπαθανασίου, τον Ευάγγελο Κ. Ζάχο και στον Κωνσταντίνο Ν. Ιωάννου (αρχεία VIII Μεραρχίας Ιωαννίνων), οι οποίοι αργότερα, μαζί με το δάσκαλό τους, έγιναν οι στυλοβάτες των ελληνικών γραμμάτων στην περιοχή.

Τρίτη 18 Μαρτίου 2014

Η προσφυγή των Βορειοηπειρωτών το 1934 στη Χάγη για το Σχολικό Ζήτημα

Η αλβανική κυβέρνηση τον Απρίλιο 1933, δια του άρθρου 206 του αλβανικού Συντάγματος, απαγόρευσε τελείως την λειτουργία  όλων των ιδιωτικών σχολείων. Στα ιδιωτικά σχολεία η αλβανική κυβέρνηση συμπεριέλαβε και τα σχολεία της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας. Με αυτή την απόφαση η Αλβανία επιδίωκε να απαλλαγεί οριστικά ως κράτος από τη χρήση της ελληνικής γλώσσας στις περιοχές της Βορείου Ηπείρου.

Ως αντίδραση σε αυτή την πρόκληση του αλβανικού κράτους οι Έλληνες Βορειοηπειρώτες, το Δεκέμβριο του 1933 ιδρύουν στο Αργυρόκαστρο τη «Νέα Φιλική Εταιρεία». Σκοπός της «Νέας Φιλικής Εταιρείας», ήταν να ενθαρρύνει την Εθνική Ελληνική Μειονότητα και να την προετοιμάσει για τους μελλοντικούς αγώνες κατά των Τιράνων και την εκ νέου αναγνώριση των διεθνώς αναγνωρισμένων σχολικών προνομίων της μειονότητας. Η οργάνωση αυτή λειτουργούσε τότε στα πρότυπα της «Φιλικής Εταιρείας». Με σύνεση, απόλυτη πειθαρχία και με άκρως μυστικότητα κατάφερε με τις τοπικές εκλογές να ελέγξει την τοπική εξουσία στην περιοχή της Ελληνικής Μειονότητας. Σε κάθε χωριό υπήρχε και ο τομεάρχης που είχε αναλάβει την οργάνωση των Ελλήνων Βορειοηπειρωτών. Ιδρυτής και ηγέτης της «Νέας Φιλικής Εταιρείας» ήταν ο Βασίλειος Σαχίνης. 

Στις 10 Σεπτεμβρίου 1933, οι τομεάρχες της «Νέας Φιλικής Εταιρείας» συγκεντρώνονται κάτω από πλήρη μυστικότητα στη Δερβιτσιάνη, όπου αποφάσισαν πως έως ότου η Κοινωνία των Εθνών επιληφθεί του σχολικού ζητήματος, ο αγώνας θα έπρεπε να συνεχιστεί. Έτσι αποφάσισαν την κήρυξη σχολικής απεργίας. Οι Έλληνες μαθητές στη Βόρειο Ήπειρο, μετά την απόφαση της «Νέας Φιλικής Εταιρείας», αρνούνται να προσέλθουν στα αλβανικά σχολεία και το καθεστώς των Τιράνων απαντά στην απεργία με διώξεις κατά των οργανωτών, με τρομοκρατία, συλλήψεις και εκτοπισμούς δασκάλων και με βασανιστήρια.

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014

Η ιστορική πορεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας

Γράφει ο ΝΙΚΟΣ Θ. ΥΦΑΝΤΗΣ

*  Η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Αλβανία καθόλη τη διάρκεια του περασμένου αιώνα, ακόμη και στις αρχές του 21ου, αντιμετώπισε πλήθος προβλημάτων, τα οποία απείλησαν ακόμη και την υπόστασή της. Θλιβερά γεγονότα, διώξεις, κατατρεγμοί, φυλακίσεις, θάνατοι, αποσχηματισμοί, εξορίες ιερέων, με αποκορύφωμα την κατάργηση της θρησκείας, σημάδεψαν στον 20ο αιώνα την πορεία της Ορθοδοξίας στη γειτονική και συγγενική μας χώρα.


Δεν αμφισβητείται ότι το φάσμα των Ελληνοαλβανικών σχέσεων περνάει μέσα από την ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Αλβανία. Μετά την εδραίωση του αλβανικού κράτους, μετά δηλ. το 1920, ακραίοι αλβανικοί εθνικιστικοί κύκλοι δημιουργούσαν κατάσταση εις βάρος της Ορθόδοξης Εκκλησίας και με κάθε τρόπο επεδίωκαν τον αφανισμό της.

Το 1926 το Οικουμενικό Πατριαρχείο απέστειλε στην Αλβανία ως Έξαρχο τον Μητροπολίτη Τραπεζούντος Χρύσανθο, με σκοπό να διερευνήσει την καχυποψία των Αλβανών, οι οποίοι στρέφονταν κατά της Ελλάδος. Αυτή την καχυποψία την ενίσχυαν ακραία εθνικιστικά στοιχεία, τα οποία υπέθεταν ότι η εξάρτηση της Εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, μπορούσε να αποβεί εις βάρος του νεοσύστατου κράτους. Το κλίμα το επέτεινε και το γεγονός της υπαγωγής του βόρειου Ηπειρωτικού τμήματος στο αλβανικό κράτος. Γνώριζαν οι Αλβανοί ότι η Ελλάδα δεν επρόκειτο να παραιτηθεί των δικαιωμάτων της επί της Βορείου Ηπείρου. Αποτέλεσμα όλων αυτών των διεργασιών υπήρξε η διακοπή των σχέσεων της Αλβανίας με το Οικονουμενικό Πατριαρχείο.

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

Μεσοπόλεμος (1918-1939)

Στη δεκαετία του 1920 οι Αλβανοί κατορθώνουν να αποκόψουν την Ορθόδοξη Εκκλησία από τη Μητέρα Εκκλησία, το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, και να την κάνουν υποχείριο του αλβανικού εθνικισμού, με ηγέτη τον Φαν Νόλι.

Στη δεκαετία του 1930 ο βασιλιάς Ζώγκου επιτίθεται εναντίον της Ελληνικής Παιδείας. Κλείνει σχολεία, διώκει δασκάλους, γονείς, μαθητές.


Οι Βορειοηπειρώτες προσφεύγουν στό Διαρκές Δικαστήριο Διεθνούς Δικαιοσύνης (Χάγη) και δικαιώνονται. Το αλβανικό κράτος υποχρεώνεται να ανοίξει τα Ελληνικά Σχολεία.