Παρασκευή 11 Ιουλίου 2014

Η αντίδραση του Μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως Σεβαστιανού στην άρση του εμπολέμου με την Αλβανία το 1987

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΡΥΪΝΟΥΠΟΛΕΩΣ, ΠΩΓΩΝΙΑΝΗΣ ΚΑΙ ΚΟΝΙΤΣΗΣ

ΔΗΛΩΣΕΙΣ

Δια την μονομερή άρσιν του εμπολέμου μετά της Αλβανίας
(28-8-1987)

Από την ακριτικήν Ιερά Μητρόπολιν Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης, όπου μόλις προ τεσσάρων ημερών έληξε το μεγαλειώδες Α΄ Πανελλήνιον Επιστημονικόν Συνέδριον «ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ – ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ» καταγγέλομεν ευθαρσώς και εντόνως την πράξην της Κυβερνήσεως, δια το συντελεσθέν έγκλημα εθνικής μειοδοσίας, το οποίον συνιστά η μονομερής άρσις της εμπολέμου καταστάσεως μετά της Αλβανίας, χωρίς να προηγηθή η διασφάλισις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Βορειοηπειρωτών.

Η Κυβέρνησις, με την αντεθνικήν  και αντισυνταγματικήν, μονομερή άρση του εμπολέμου, καθίσταται υπόλογος ενώπιον του Θεού, του Έθνους και της Ιστορίας. Οι Έλληνες της Βορείου Ηπείρου εγκαταλείπονται εις την διάθεσιν των Αλβανών, οι οποίοι ανενόχλητοι, θα συνεχίσουν πλέον το εγκληματικόν τους έργον του πλήρους αποχριστιανισμού και αφελληνισμού των αδελφών μας Βορειοηπειρωτών. Διο και καλούμεν τα πολιτικά κόμματα όπως ζητήσουν την έκτακτον σύγκλησιν της Βουλής, προκειμένου να θέσουν την κυβέρνησιν προ των ιστορικών ευθυνών της.

Το εμπόλεμον ήταν ένα διαπραγματευτικό «ατού» εις τα χέρια της Ελλάδος δια να ζητήση από τους Αλβανούς τον σεβασμόν της θρησκείας, της Ελληνικής γλώσσης, της Ελληνικής παιδείας, ως και την αποφυλάκισιν και απελευθέρωσιν των χιλιάδων φυλακισμένων και εξορίστων. Με την άρσιν τώρα του εμπολέμου, απεκαλύφθη εις τα πράγματα ότι η πολιτική της Κυβερνήσεως είναι σαφώς φιλοαλβανική και καθόλου φιλοβορειοηπειρωτική. Διότι η Αλβανία θα ομιλεί πλέον από θέση ισχύος, ενώ εμείς θα την εκλιπαρούμεν δια να δώσει «ψιχία» δικαιωμάτων εις τους Βορειοηπειρώτας  - όχι βεβαίως εκείνα τα οποία είναι υποχρεωμένη να δώση από το Πρωτόκολλον της Κέρκυρας και τους Διεθνείς Οργανισμούς, αλλ’ όσα το θηρίον αυτό της Αποκαλύψεως, δια λόγους προσχημάτων και μόνον και «δια τα μάτια του κόσμου», θα λέγει ότι προσφέρει. Εις την ουσίαν θα συνεχίση ανεξέλεγκτα την εξόντωσιν του Ελληνισμού της Βορείου Ηπείρου, αφού δεν εδίστασε να εξοντώση και αυτόν τον πρωθυπουργόν Σέχου και πολλούς άλλους υπουργούς.

28 Αυγούστου 1987: Ο Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών Κάρολος Παπούλιας προχωρά σε άρση της εμπολέμου κατάστασης με την Αλβανία

Η Αλβανία, την περίοδο της κήρυξης του πολέμου εκ μέρους της Ιταλίας εναντίον της Ελλάδας, αποτελούσε τμήμα του Ιταλικού Βασιλείου. Μάλιστα, στην περιοχή του Καλαμά επιχείρησαν επίθεση 5 αλβανικά τάγματα εναντίον της Ελληνικής Επικράτειας. 
Η  Ελλάδα τέθηκε σε εμπόλεμη κατάσταση έναντι της Αλβανίας (Β.Δ.  10 Νοεμβρίου 1940),  η οποία όρισε ως εχθρικά κράτη την Ιταλία μετά των κτήσεων, αυτοκρατορικών εδαφών και αποικιών αυτής, καθώς και την Αλβανία. Αυτή η άρση της εμπολέμου πραγματοποιήθηκε χωρίς  προηγουμένως να έχει προηγηθεί καμία διαπραγμάτευση για την διασφάλιση δικαιωμάτων των σκλαβωμένων Ελλήνων της Βορείου Ηπείρου.

 Έτσι, στις 28 Αυγούστου 1987, το Υπουργικό Συμβούλιο της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ αποφάσισε ομόφωνα την άρση της εμπόλεμης κατάστασης με την Αλβανία, όπως εισηγήθηκε ο τότε Υπουργός Εξωτερικών (και νυν Πρόεδρος της Δημοκρατίας) Κάρολος Παπούλιας, ο οποίος εξέδωσε την ακόλουθη ανακοίνωση: «Η Κυβέρνηση αποφαίνεται και δηλώνει ότι ο χαρακτήρας της Αλβανίας σαν εχθρικού κράτους έχει πάψει να υφίσταται. Η Ελληνική Κυβέρνηση είναι πεπεισμένη ότι η δήλωσή της αυτή αποτελεί την αφετηρία για την ρύθμιση των ζητημάτων που είναι ακόμη εκκρεμή ανάμεσα στις δύο χώρες. Ήδη, οι αρμόδιες Ελληνικές υπηρεσίες μελετούν προσεκτικά τον προσφορότερο τρόπο για την νομική ρύθμιση των εκκρεμοτήτων αυτών. Ο τερματισμός της προηγούμενης κατάστασης θα συμβάλλει στην περαιτέρω σύσφιξη των σχέσεων των δύο φίλων χωρών και την διεύρυνση της μεταξύ τους συνεργασίας. Ειδικότερα θα είναι προς όφελος της Ελληνικής μειονότητας, για την οποία το ενδιαφέρον της Ελληνικής Κυβέρνησης ήταν και θα παραμείνει αμέριστο και η οποία, καλλιεργώντας τις παραδόσεις και την εθνική της ταυτότητα, θα αποτελεί μια σταθερή γέφυρα φιλίας ανάμεσα στους Έλληνες και τον Αλβανικό λαό».

Τρίτη 8 Ιουλίου 2014

Παιδεία και Ελληνοδάσκαλοι του Βορειοηπειρωτικού χώρου

Γράφει ο ΝΙΚΟΣ Θ. ΥΦΑΝΤΗΣ

* Οι ελληνοδάσκαλοι, σε χρόνια δύσκολα και επικίνδυνα, μετέδωσαν στους μαθητές τους την ελληνική γλώσσα και τον ελληνικό πολιτισμό και αναδείχτηκαν σε σωτήρες του ελληνικού στοιχείου στις Βορειοηπειρωτικές και όχι μόνο περιοχές, διαγράφοντας με τη στάση τους και το θάρρος τους την πορεία που πάντοτε ακολουθούν οι Έλληνες στις ιστορικές περιπέτειες.

Στο διάβα των αιώνων, με τις πρωτοβουλίες, τη στάση και τα ελληνικά τους φρονήματα, κράτησαν ζωντανή την ελληνική γλώσσα και την ορθόδοξη πίστη, σε καιρούς χαλεπούς, που «τ'άσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά...». Αναφέρομαι σε τρεις βασικούς άξονες, σε τρεις πυλώνες, σε τρεις σταθμούς, που σφράγισαν την ελληνική παιδεία και τα ελληνικά γράμματα στις περιοχές μας.

Οι βασικοί αυτοί σταθμοί ξεκινούν από τα χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας, σε μια μακρόχρονη περίοδο, από την κατάκτηση της Ηπείρου (1430) μέχρι την αναγέννηση των ελληνικών γραμμάτων, τον 17ο και 18ο αιώνα, ως την απελευθέρωση (1913). Ο δεύτερος σταθμός είναι πριν και μετά την ίδρυση του αλβανικού κράτους, ως τη δεκαετία του 1940 και ο τελευταίος στην κομμουνιστική δικτατορία υπό τον Ενβέρ Χότζα (1945-1990).

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2014

Ευαγγέλης Ζάππας: Ο μεγάλος Εθνικός Ευεργέτης της Ελλάδας από το Λάμποβο Αργυροκάστρου

Ο Ευάγγελος (ή Ευαγγέλης) Ζάππας γεννήθηκε στο χωριό Λάμποβο (του Ζάππα) στη Βόρειο Ήπειρο το 1800. Ήταν ο νεότερος γιος του Βασίλη Ζάππα, έμπορος από τους σημαντικούς της περιοχής και της Σωτηρίας, το γένος Μέξη. 
Το χωριό ανήκε στην επαρχία Τεπελενίου, πατρίδα του Αλή Πασά. 

Ο Ευαγγέλης, σε ηλικία 13 ετών, στρατολογήθηκε απ’ τον Αλή Πασά και στάλθηκε φρουρός σε ένα φρούριο κοντά στα Γιάννενα. Με τη συμμαχία των Σουλιωτών με τον Αλή, ο Ζάππας βρέθηκε στο στρατόπεδο του Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα των Ελλήνων το 1821 και τέθηκε υπό τις διαταγές του Μάρκου Μπότσαρη. Έγινε, μάλιστα, υπασπιστής και τον ακολούθησε. Μετά το θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη, ο πολέμησε με τον Κωνσταντίνο Μπότσαρη, αδερφό του ήρωα, και στη συνέχεια με τον στρατηγό Νικόλαο Ζέρβα, τον Λάμπρο Βέικο, τον Γκούρα, και συναγωνιστές τον Μακρυγιάννη, τον Νοταρά και τον Πανουργιά. Το 1824, έγινε ταξίαρχος και διοίκησε τα Βλαχοχώρια των Σαλώνων. Σύμφωνα με άλλες πηγές, πολέμησε με τον Καραϊσκάκη, τον Κολοκοτρώνη και τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. 

Στο τέλος της Επανάστασης αρνείται την χρηματική αποζημίωση για τους αγωνιστές και μεταναστεύει στο Βουκουρέστι το 1831. 
Η περιοχή αυτή των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών είχε την περίοδο εκείνη μεγάλη ελληνική παράδοση, από την εποχή που η Υψηλή Πύλη διόριζε Φαναριώτες στις διοικητικές θέσεις. Ο Ζάππας εγκαταστάθηκε στη Βλαχία, όπου η κοινωνικοοικονομική δομή της περιοχής χαρακτηριζόταν από την ισχνότητα αστικών κέντρων και τα μεγάλα κτήματα και εντάχθηκε στην τοπική κοινωνία χρησιμοποιώντας ένα εκλεπτυσμένο σύστημα δημοσίων σχέσεων. Φρόντισε να εξοικειωθεί με τους άρχοντες και τους ηγούμενους των ελληνικών μοναστηριών οι οποίοι διαχειρίζονταν τα μοναστηριακά κτήματα, ακολουθώντας την τακτική και άλλων Ελλήνων, σύμφωνα με την οποία νοίκιασε και εκμεταλλεύτηκε μοναστηριακά κτήματα στην περιοχή της Γιαλόμιτζας, κοντά στο Βουκουρέστι. Σε τρεις περίπου δεκαετίες απέκτησε τεράστια περιουσία και αντίστοιχα εισοδήματα. Με τη μακροχρόνια απουσία του απ' την Ελλάδα και το ρίζωμα του στη βλαχική κοινωνία ο Ευαγέλλης απέκτησε τη θέληση να ευεργετήσει και την Ελλάδα και τη Βλαχία.

Σάββατο 17 Μαΐου 2014

17 Μαΐου 1914: Η υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Κερκύρας - Οι Μεγάλες Δυνάμεις και η Αλβανία αναγνωρίζουν την Αυτονομία της Βορείου Ηπείρου

Η Προσωρινή Κυβέρνηση της Αυτόνομης Πολιτείας της Βορείου Ηπείρου,
ενώ συνεδριάζει στο ξενοδοχείο "Ωραία Βενετία" της Κέρκυρας.
Στη μέση ο Πρόεδρος Γεώργιος Χρηστάκη Ζωγράφος. 


Η ανακωχή στον Αυτονομιακό Αγώνα 


Μετά την ανακήρυξη της Αυτονομίας στις 17 Φεβρουαρίου 1914 στο Αργυρόκαστρο, η προέλαση των Αυτονομιακών Δυνάμεων σε όλους τους τομείς της Βορείου Ηπείρου, κατά τους επόμενους δύο μήνες, υποχρέωσε τη Διεθνή Επιτροπή Ελέγχου να αντιληφθεί ότι μόνο η ενεργός επέμβαση θα προλάμβανε την κατάρρευση του νεοσύστατου αλβανικού κράτους και την καταστροφή της «νότιας Αλβανίας», όπως αποκαλούσαν τη Βόρειο Ήπειρο. 

 

Η βρετανική κυβέρνηση παράλληλα, που διατηρούσε την ισορροπία στις επιδιώξεις των Μεγάλων Δυνάμεων στην περιοχή, είχε πεισθεί από τις ψυχρές και αντικειμενικές εκθέσεις του πρεσβευτή της στην Αθήνα, ότι θα έπρεπε να γίνουν γρήγορα λογικές παραχωρήσεις στους Ηπειρώτες, ώστε να τερματισθεί η αντίσταση τους. 

 

Η ιταλική κυβέρνηση επίσης, παρά τις απειλές που άφηνε έντεχνα να φθάνουν προς την Αθήνα, δεν επιθυμούσε την επέμβαση διεθνούς στρατού στην περιοχή. Πολύ περισσότερο βέβαια δεν ήταν πρόθυμη να στείλει ιταλικά στρατεύματα σε συνεργασία με την Αυστρία, επειδή κυρίως θεωρούσε ότι οι αυστριακές δυνάμεις, όπως και στην περίπτωση της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης, θα αποχωρούσαν πολύ δύσκολα.  Για το λόγο αυτό παρακίνησε την αλβανική κυβέρνηση να προβεί στις απαραίτητες παραχωρήσεις με σκοπό την επίτευξη της ειρήνης στην περιοχή. 

 

Τρίτη 22 Απριλίου 2014

Οι επιστολές των Ηπειρωτών στο Γάλλο Πρόξενο των Ιωαννίνων Ρενέ Πυώ



Συνεχίζουμε με άλλη μία μαρτυρία του Γάλλου Πρόξενου των Ιωαννίνων, Πυώ, σχετικά με τις επιστολές τις οποίες έλαβε κατά το διάστημα της περιοδείας του στην Ήπειρο από όλους τους Έλληνες προύχοντες και διδασκάλους του τόπου μας.
Πέρασα το χθεσινό απόγευμα εξετάζοντας τον ήδη ογκώδη φάκελο με τις εκκλήσεις που μου επιδόθηκαν και τους λόγους που εκφωνήθηκαν κατά το πέρασμά μου. Έχω μπροστά μου τέλειες αναφορές, οι οποίες συγκροτούν ολόκληρο φάκελο, όπως εκείνη που μου επιδόθηκε στα στενά της Μουζίνας και προέρχεται από τα 13 χωριά της περιοχής: Κάτω Λεσινίτσα, Δίβρη, Δρόβιαν, Άγιος Ανδρέας, Μαλτσάνι, Τσαρκοβίτσα, Λουσάτι, Κράγκη, Μουζίνα, Κεσαράτι, Γράσδανη, Σμίνετση. Είναι ολόκληρη επαρχία. Στο χάρτη θα τα βρείτε στα ανατολικά του Δελβίνου. Οι πρόκριτοι κάθε χωριού έθεσαν την υπογραφή τους κάτω από τη δήλωση: « Είμαστε Έλληνες και ζητούμε την ένωση με την Ελλάδα».
Να η δήλωση που έγραψε ο δάσκαλος και υπέγραψαν οι δύο έφοροι της κοινότητας της Δερβιτσάνης:

« Είμαστε Έλληνες Ηπειρώτες και όχι Αλβανοί. Η απόφασή μας είναι ακλόνητη. Τώρα που και εμείς απολαύσαμε τα αγαθά της ελευθερίας, είμαστε αληθινά παιδιά της και προτιμούμε το θάνατο από το ζυγό ενός λαού χωρίς πολιτισμό και χωρίς παιδείας»
Μια υγρή σφραγίδα μ’ ένα σταυρό στη μέση πιστοποιεί τη γνησιότητας των υπογραφών.

Οι αντιπρόσωποι της Γράψης, της Λιούγκαρης και της Φραστανής γράφουν:

Σάββατο 19 Απριλίου 2014

Μαρτυρικές μορφές της Ιερωσύνης στη Βόρειο Ήπειρο που έζησαν τον διωγμό του Χότζα

Οι περισσότεροι δεν ευτύχησαν να ξανακούσουν τον ήχο της καμπάνας 

Οι σεβάσμιες ιερατικές μορφές από το χώρο της Βορείου Ηπείρου, που θα παρουσιάσουμε εν συντομία παρακάτω, έζησαν τoν διωγμό της Ορθόδοξης πίστης από το αθεϊστικό καθεστώς του Χότζα. Πέθαναν πονεμένες, κυρτωμένες και λευκασμένες από τα μαρτύρια, χωρίς να προδώσουν «τα ιερά και τα όσια». Τις σκεπτόμαστε και κυλάει από το μέτωπό μας αιμάτινος ιδρώτας. 

Κάποιοι απ’ αυτούς τους ιερείς, λίγοι, πρόλαβαν και χάρηκαν την ανάσταση της Εκκλησίας της Αλβανίας με τον Αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο. Και ξαναλειτούργησαν ύστερα από μισό περίπου αιώνα! Η χάρη του Θεού τους έδωσε αυτή την μεγάλη τιμή. Τι και αν δεν είχαν ούτε καλυμμαύχι, ούτε ράσο, ούτε άμφια. Εκείνο που τους έδινε αξία και έκανε ευπρόσδεκτη την προσφορά τους στο θείο Θυσιαστήριο ήταν οι αρετές που τους συνόδευαν. Και κυρίως η υπομονή και η σταθερή προσκόλληση στην Εκκλησία του Χριστού. Έκλεισαν τα μάτια τους, μονολογώντας: «Διήλθομεν δια πυρός και ύδατος και εξήγαγες ημάς εις αναψυχήν». 

Οι περισσότεροι, όμως, αποσχηματισμένοι κληρικοί δεν ευτύχησαν να ξανακούσουν τον γλυκό ήχο της καμπάνας. Έσβησαν μαραμένοι σαν το κερί που λιώνει, μετά από μια μακροχρόνια και εξαντλητική ταλαιπωρία. Ή ταξίδεψαν στον άλλο κόσμο καταπληγωμένοι από τα μαχαίρια και τα ξίφη των αρνητών της πίστης. 


π. Κων/νος Βόσδος 

Γεννήθηκε το 1902 στην Κοσοβίτσα. Ο πατέρας του ήταν ιερέας και έτσι ανατράφηκε σε θρησκευτικό περιβάλλον, που του καλλιέργησε την αγάπη του για το Χριστό. Τελείωσε το σχολαρχείο στην Ελλάδα και μετά το θάνατο του πατέρα του χειροτονήθηκε, το 1942, ιερέας. Υπηρέτησε με ζήλο στα χωριά Κοσοβίτσα, Σωφράτικα, Σελειό και Κλεισάρι. Η Μητρόπολη Αργυροκάστρου, αναγνωρίζοντας και επαινώντας το έργο του, του απένειμε τον τίτλο του Σταυροφόρου και τον όρισε ηγούμενο της μονής Αγίας Τριάδας Πέπελης, την οποία αναστήλωσε. Ο αγώνας και η αγωνία του για τη διατήρηση της ορθόδοξης πίστης, έστρεψε το αθεϊστικό καθεστώς εναντίον του. Κατηγορήθηκε, φυλακίστηκε στα Τίρανα για δέκα έξι μήνες και βασανίστηκε απάνθρωπα. Καταδικάστηκε σε θάνατο ως προδότης της Αλβανίας και εκτελέστηκε στις 30-9-1964 σε άγνωστο μέχρι σήμερα τόπο.